λαρωμονή (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λαρωμονή
Προφορά: λαρωμονή
-
θεραπεία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
θεραπεία
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
θεραπεία, ίαση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης