Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λάμπω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λάμπω Προφορά: λάμπω
  1. λάμπω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο λάμπω = φέγγω

    Παραδείγμα:
    Τον ήλεν έλεεν: Γιά λάμψον, για θα λάμπω.

  2. δίνω άπλετο φως( για ήλιο), εκμπέμπω λάμψη έξοχης καλλονής (για γυναίκα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια