Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαλώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λαλώ Προφορά: λαλώ
  1. μιλώ, ομιλώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1. Λαλώ ατέν και 'κι λαλεί, τσιμπίζ ατεν 'κι σκούται.
    2. Λαλέι και τ' άστρα̤ τ' ουρανού σόν γάμον λαλεί τη γής τα φύλα. (προσκαλώ)
    3. Λαλώ το ζών. (πηγαίνω το ζώο στο βοσκό, στο στάβλο)
    4. Λαλώ το χωράφ'. (οργώνω)
    5. Ογώ πέντε φοράς ελάλεσα το χωράφ'. (οργώνω)

  2. απαντώ, μιλώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) οδηγώ (για ζώα)
    2) καλώ σε γάμο

  3. μιλάω, φωνάζω, οδηγώ καλώ κάποιον σε γάμο, κεντρίζω τα ζώα, επιταχύνω την πορεία τους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλια:
    παθητική λαλίουμαι

  4. ομιλώ, καλώ, οδηγώ, αροτριώ, γλυκομιλώ Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  5. ομιλώ, καλώ οδηγώ τα ζώα στην βοσκή, στο όργωμα. Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από το αττικό λαλέω-ώ με την ίδια έννοια.

    2. Σχόλια:
    Παρατατικός: ελάλ'να
    Μέλλοντας: θα λαλώ
    Αόριστος: ελάλεσα
    Προστακτική: λαλ' και λάλεσον!
    Παράγωγα ουσιαστικά: το λάλεμαν, η λαλία

    3. Παραδείγματα:
    Λάλ'με κι' ας λαλώ σε, φίλ'με κι' ας φιλώ σε!
    Λάλ' τα πρόγατα σο ρασί'ν, κι' άν

    4. Αναφορές:
    Έπου μαλακίων δεύρ' ανύσας και μη λαλεί...(Αριστοφάνη, Εκκλησιάζουσες)

Παρατηρήσεις - Σχόλια