Προέλευση: από το στερητικό α- + το γιαραεύω (αξίζω)
Παράδειγμα: Αγιαράευτον άντραν επαίρεν.
Αρσενικό: Ενικός: αγιαράευτος Πληθυντικός: αγιαράευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αγιαράευτος Πληθυντικός: αγιαράευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αγιαράευτον Πληθυντικός: αγιαράευτα
Σχόλιο: Εύχρηστο μόνο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.