Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λάλα (η) [, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: λάλα Προφορά: λάλα
  1. ανόητη, τρέλη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Όλα̤ ας εχͮ' και λάλαν μ' εχͮ '.

  2. ανόητη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. χαζούλα, παλαβή, αφελής Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια