Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αγιάρς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγιάρ , 2. αγιάρτς Προφορά: αγεάρ
  1. ίσος, ισοδύναμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Αβούτος ο δάσκαλον τη Δεσπότ' αγιάρτς έν'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια