Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Αβούτος ο δάσκαλον τη Δεσπότ' αγιάρτς έν'.
Αρσενικό: Ενικός: αγιάρτς Πληθυντικός: αγιάρ'
Θηλυκό: Ενικός: αγιάραινα Πληθυντικός: αγιάρ'
Ουδέτερο: Ενικός: αγιάρ' / αγιάρ'κον Πληθυντικός: αγιάρα̤ / αγιάρ'κα
Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός