Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λαθυρίτα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λαθυρίτα Προφορά: λαθυρίτα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    είδος λαθυριού που τρωγόταν φρέσκο και ωμό με αλάτι

    Ιδίωμα:
    Σταυρίν

  2. το φυτό λαθούρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια