Προέλευση: από το στερητικό α- και το ίσος-ισάζω
Παράδειγμα: Η στράτα ανίσαον έν'.
Αρσενικό: Ενικός: ανίσαος Πληθυντικός: ανίσαοι
Θηλυκό: Ενικός: ανίσαος Πληθυντικός: ανίσαοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανίσαον Πληθυντικός: ανίσαα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.