Ερμηνεία: κάνει ξαστεριά με ψύχρα
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη ayaz (παγετός)
Παράγωγο: αγιαζλάεμαν
Παράδειγμα: Εφύσεσεν και απόψ' θ' αγιαζλαεύ'.
Ενεστώτας: αγιαζλαεύω Παρατατικός: αγιαζλάευα Μέλλοντας: θα αγιαζλαεύω Αόριστος: αγιαζλάεψα
(πβ. Καρτέλα κλίσης ρημάτων, πχ. αραέυω)