Ερμηνεία: ο μη λερωθείς με λίπος
Παράδειγμα: Αγιάγλωτον σ̌κεύος ’κ’ εφέκεν.
Αρσενικό: Ενικός: αγιάγλωτος Πληθυντικός: αγιάγλωτοι
Θηλυκό: Ενικός: αγιάγλωτος / αγιάγλωτεσα Πληθυντικός: αγιάγλωτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αγιάγλωτον Πληθυντικός: αγιάγλωτα
Σχόλιο: Ευχρηστο μόνο σε ορισμένους τύπου, κυρίως στο ουδέτερο.