Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουρφέας (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κουρφέας Προφορά: κουρφέας
  1. καυχησιάρης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Παλλαδάντων

  2. καυχησιάρης, παινεψιάρης Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. καυχησιάρης, αυτοεπαινούμενος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. παινεσιάρης Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    Από το Αττικό κορυφόω-ώ που σημαίνει εξυψώνω, σχηματίζω κορυφή, κορυφίζω ή από το ρήμα κουρ'φίζω με αυτή την έννοια.

    2. Σχόλια
    Ενεστώτας: κουρ'φίζω
    Παρατατικός: εκούρ'φιζα
    Μέλλοντας: θα κουρ'φίζω
    Αόριστος: εκούρ'φιξα
    Προστακτική: κούρ'φιξον!

    3.Παράδειγμα:
    Κουρ΄φιζ' ο κουρφέας, ατός ατόν - ο παινεσιάρης επαινεί τον εαυτό του-

    4. Αναφορά:
    Έπειτ' εκεί κορυφαίος εστηκώς (Αριστοφάνη Πλούτος 593)

Παρατηρήσεις - Σχόλια