ανοιγάρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ανοιγάρ'
Προφορά: ανοιγάρ
-
κλειδί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ανοιχτήρι
κλειδί με το οποίο ανοίγεται η πόρτα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης