Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανοιγάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ανοιγάρ' Προφορά: ανοιγάρ
  1. κλειδί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εδώκαν τα κλειδία θε, κι εδώκαν τ' ανοιγάρα̤.

  2. ανοιχτήρι κλειδί με το οποίο ανοίγεται η πόρτα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια