Ερμηνεία: ο μη πληγωθείς
Προέλευση: από το στερητικό α- και το γεραλαεύω
Παράδειγμα: Αγεραλάευτον φυτόν ’κ’ εφέκεν.
Αρσενικό: Ενικός: αγεραλάευτος Πληθυντικός: αγεραλάευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αγεραλάευτος / αγεραλάευτέσα Πληθυντικός: αγεραλάευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αγεραλάευτον Πληθυντικός: αγεραλάευτα
Σχόλιο: εύχρηστο μόνο σε ορισμένους τύπους, αναλογικός σχηματισμός.