Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βούκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βούκα Προφορά: βούκα
  1. μπουκιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τη βούκαν ατ' 'κ' εγνωρίζ. (είναι αχάριστος)
    2) Τέρ' το παιδί σ' φά' μικρόν βούκαν, τέρ' τον άντρα σ' φά' τρανόν βούκαν.
    3) Έναν βούκαν. (ολίγον)

    Προέλευση:
    λατινική, από την λατινική λέξη bucca

  2. μπουκιά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Έναν βούκαν ψωμίν 'κ' έφαες όλιον την ημέραν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια