Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βουβάλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βουβάλ' Προφορά: βουβάλ
  1. βουβάλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό:
    βουβάλιν

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παράδειγμα:
    Εζεύγωσαν τον Κωσταντήν με τ' άγρο̤ν βουβάλιν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια