Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγέλαστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αγέλαστος Προφορά: αγέλαστος
  1. εκείνος που δεν γελά, που είναι σκυθρωπός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εγέλασεν αγέλαστον κι εχάρεν ο κλαιμένον.

  2. σκυθρωπός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια