Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) πνέει βόρειος άνεμος (απρόσωπο - βορρίζ') 2) Εφύσεσεν αέρας 'κ' εβορίγαμε. (αερίζω, δροσίζω) 3) Εβορρίστεν η γέρα μ'. (παύω να είμαι ερεθισμένος)
Προέλευση: από το ουσιαστικό βορέας
Ιδίωμα: Σαντάς
Ενεστώτας: βορρίζω Παρατατικός: εβόρριζα Μέλλοντας: θα βορρίζω Αόριστος: εβόρρισα / εβόρρ'σα / εβόρτσα