Παράδειγμα: Το χͮόν' βόρβορον έν'.
Αρσενικό: Ενικός: βόρβορος Πληθυντικός: βόρβοροι
[Θηλυκό:] Ενικός: βόρβορος Πληθυντικός: βόρβοροι
Ουδέτερο: Ενικός: βόρβορον Πληθυντικός: βόρβορα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, κυρίως στο ουδέτερο.