Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βολίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βολίζω Προφορά: βολίζω
  1. βυθίζομαι, βουλιάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό βολίς

    Παράδειγμα:
    1) Πατώ και 'κι βολίζω και τον κόσμον 'κ' εγνωρίζω.
    2) Εβόλτσεν τ' ομμάτ'ν ατ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια