Προέλευση: α- στερητικό και το ουσιαστικό νους
Παράδειγμα: Κι η πεθερά 'τ'ς έν' μάισσα, κι η μάνα 'τ'ς έν' ανούας.
Αρσενικό: Ενικός: ανούας Πληθυντικός: ανούοι
Θηλυκό: Ενικός: ανούας Πληθυντικός: ανούοι
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.