Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βλάφτω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βλάφτω Προφορά: βλάφτω
  1. βλάπτω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα βλάπτω

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Έβλαψα τη Θεού τον άρθωπον.
    2) Έντρισα για να χͮαίρουμαι και άλλο χͮείρ' εβλάβα. (χͮείρ', το αρχαίο τροπικό επίρρημα "χείρον" = χειρότερο)
    3) Ας επήγαμε σο λείμψανον κι αν εβλάβεν. (παθαίνω από αερικά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια