Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα βλάπτω
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) Έβλαψα τη Θεού τον άρθωπον.
2) Έντρισα για να χͮαίρουμαι και άλλο χͮείρ' εβλάβα. (χͮείρ', το αρχαίο τροπικό επίρρημα "χείρον" = χειρότερο)
3) Ας επήγαμε σο λείμψανον κι αν εβλάβεν. (παθαίνω από αερικά)