Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βιτσικοπώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: βιτσικοπώ Προφορά: βιτσικοπώ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χτυπώ με βίτσα

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Βιτσικοπά το μαύρον ατ' να φτάν' και κοντοφτάνει.

Παρατηρήσεις - Σχόλια