Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βικόχορτον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: βικόχορτον Προφορά: βικόχορτον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χόρτο από βίκο

Παρατηρήσεις - Σχόλια