Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγγεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αγγεύω Προφορά: αγκεύω
  1. εγγίζω, αναφέρω, προοδεύω, ευτυχώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίρρημα εγγύς

    Παραδείγματα:
    1) Ατώρα έγγεψα τ' όνομα σ' κι έρθες κι εσύ. (αναφέρω)
    2) Οντάν αγγεύω το μετσ̌ίτ', αναστενάζ’ η κάρδα̤ μ’. (αναφέρω)
    3) Αν έγγεψεν ο ποντικόν, αγγεύει και ο κλέφτες. (προοδεύω, ευτυχώ)

  2. αναφέρομαι σε κάποιον Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. εγγίζω κάνω μνεία για κάποιο πρόσωπο ή πράμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. αναφέρω Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Αόριστος:
    έγγεψα

  5. αναφέρω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια