Ερμηνεία: που είναι γρήγορο σαν τον άνεμο
Ποιητικό
Παράδειγμα: Χώρτσον κι έπαρεν ανεμοπόδ'κα (άλογα).
Αρσενικό: Ενικός ανεμοπόδης / ανεμοπόδ'ς Πληθυντικός: ανεμοπόδοι / ανεμοπόδ'
Θηλυκό: Ενικός ανεμοπόδαινα Πληθυντικός: ανεμοπόδ'
Ουδέτερο: Ενικός: το ανεμοπόδικον / ανεμοπόδ'κον / ανεμοπόδ' Πληθυντικός: τα ανεμοπόδικ / ανεμοπόδ'κα / ανεμοπόδα̤
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.