Επιπλέον Ερμηνεία:
κάνω λάθος
Προέλευση:
από το αρχαίο δωρικό ουσιαστικό λάθος = λήθη, (ρήμα λανθάνω)
Παραδείγματα:
1) Τέρεν να μη λαθεύ'ς και γίνεσαι μασχαρίαν.
2) Άλλος επαραμέθυσεν κι ελάθεψεν τη στράταν.
Ερμηνεία:
κάνω λάθος
Σχόλια:
παθητική λαθεύκουμαι = πλανιέμαι