Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λαθεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λαθεύω Προφορά: λαθεύω
  1. γελιέμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    κάνω λάθος

    Προέλευση:
    από το αρχαίο δωρικό ουσιαστικό λάθος = λήθη, (ρήμα λανθάνω)

    Παραδείγματα:
    1) Τέρεν να μη λαθεύ'ς και γίνεσαι μασχαρίαν.
    2) Άλλος επαραμέθυσεν κι ελάθεψεν τη στράταν.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    κάνω λάθος

  3. φταίω, παραπλαιέμαι κάνω κάτι λαθεμένα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλια:
    παθητική λαθεύκουμαι = πλανιέμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια