Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κωφώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κωφώνω Προφορά: κωφώνω
  1. ξεκουφαίνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εκώφωσαν εμάς με τα λαλίας ατουν.
    2) Το ξυλάγγ’ εκωφώθεν. (άλλαξε τον χτύπο, το θόρυβο)
    3) Εκώφωσες μας. (ειρωνικά, μας ξεκούφανες, δεν είναι σωστά)

  2. κάνω κάποιον κουφό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    κωφούμαι = γίνομαι κουφός

Παρατηρήσεις - Σχόλια