Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κωφός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κωφός Προφορά: κωφός
  1. κωφός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1. Ο κωφόν κομπών’ τον παλαλόν.
    2. Δεβάζ’ ατο ση κωφού. (κάμνω πως είμαι κωφός)
    3. Κωφωτά εδέβασεν ατο. (φράση, έκαμε πως δεν τ' άκουσε, Ιδίωμα: Άδισσας)
    4. Τον κωφόν ωτία δι'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια