αναπνοήΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
1) Ανάσμα̤ν 'κ΄ επορεί να παίρ'. (αναπνοή)
2) Το χίκιμα τ' ανάσμα̤ν 'κ' αφήν' ατον να παίρ'. (δεν τον άφηνε να αναλάβει, να προκόψει)
αναπνοήΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης