Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κώμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κώμ' Προφορά: κώμ
  1. σταύλος των γιδοπροβάτων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. χαμώγι, κοτέτσι Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια