Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κώλος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κώλος Προφορά: κώλος
  1. το άκρο του παχέως εντέρου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1. Τ’ οσπίτ’ τη Κιαλιασ̌ίνας έτον ση χωρί’ τον κώλον. (άκρη)
    2. Έναν κώλον τόπον. (πολύ μικρό μέρος)
    3. Το κουτίν κώλον ’κ’ είχͮεν. (ο πάτος του δοχείου)
    4. Κώλον και βρακίν είναι. (πολύ φίλοι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια