Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άναση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: άναση Προφορά: άναση
  1. ανάσα, αναπνοή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παραδείγματα:
    1) Η άναση ατουν να εβγαίνισκεν ας σα στόματα τουνα άμον αέρας.
    2) Επορπάτεσα πολλά κι άναση μ' εκόπε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια