Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λινάρ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λινάρ'
Προφορά: λινάρ
λινάρι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
λινάρι
ποώδες φυτό που οι ίνες του χρησιμοποιούνται στην υφαντική, ο καρπός του φυτού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
λινάρ(ι)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια