λιμοχώρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: λιμοχώρ'
Προφορά: λιμοχώρ
-
χωριό όπου όλοι πεινούν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
χωριό όπου σα να υπάρχει συνέχεια πείνα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης