Ερμηνεία: μικρό και λαφρό τσεκουράκι
Προέλευση: τουρκική
Ενικός: το ανατσ̌άχιν / ανατσ̌άχ' Πληθυντικός: τα ανατσ̌άχα̤, ανατσ̌άχα, ανατσ̌άγα