Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λιμένη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λιμένη Προφορά: λιμένη
  1. λιμάνι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Έναν ημέραν έρκεται το παπόρι ση λιμένη.

Παρατηρήσεις - Σχόλια