Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λιμάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λιμάν' Προφορά: λιμάν
  1. καιρός θερμός που λιώνει τα χιόνια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. λιμάνι 1) ξύλινο δοχείο για την τροφή σκύλων 2) άνθρωπος ακάθαρτος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη liman

Παρατηρήσεις - Σχόλια