Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λιγώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λιγώνω Προφορά: λιγώνω
  1. κάμνω τον άλλο να λιποθυμήσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Εντώκα ελίγωσα τον.
    2) Την Μεγάλην Παρασ̌κευήν εφτά φοράς ελιγώθεν και νερόν ’κ’ εδέκαν ατον.
    3) Λιγούμαι ασό γέλος. (σκάνω στα γέλια)

  2. κάνω κάποιον να λιποθυμήσει, παθητική λιγώνομαι = λιποθυμώ, λιγοψυχώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια