Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρδία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρδία Προφορά: καρδία
  1. καρδιά, στομάχι, ψυχή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έφαγα στύπα κ’ επόνεσεν η καρδία μ’. (στομάχι)
    2) Πονεί η καρδία μ’. (ψυχή, λυπούμαι πολύ)
    3) Ιεύ’ σην καρδία μ’. ( ευχαριστιέμαι)
    4) Καρδίαν ’κί τρώει. (δεν πειράζει)
    5) Τη κάρδιας-ι-μ’. (φαγίν, ρούχα, εργασία, όπως επιθυμούσα)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό καρδία

  2. καρδιά, στομάχι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    το εσωτερικό κάθε πράγματος (το άνοιγμα του γυναικείου φορέματος πάνω στο στήθος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια