Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λίβος (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λίβος Προφορά: λίβος
  1. σύννεφο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό λίβος = σταγόνα

    Παράδειγμα:
    Ουρανόν καθαρόν έτον, λίβος πα πουθέν ’κι εφαίν’τον.

  2. συννεφιασμένος καιρός συννεφιασμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    προέλευση

    αρχαίο το λίβος = σταγόνα

Παρατηρήσεις - Σχόλια