Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κρυφός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κρυφός Προφορά: κρυφός
  1. μυστικός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Τα κρυφά τη κρυφού γίνταν.
    2) Κρυφόν χαράν είχͮ' ατο. (δεν έδειχνα τη χαρά μου αλλά γελάστηκα)

  2. μυστικός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. μυστικός, ενδόμυχος, κρυψίνους, διάβολος 1) αυτός που προσποιείται το φτωχό 2) ο στα κρυφά Χριστιανός και φανερά Μουσουλμάνος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια