κρύος (ο) [Επίθετο, Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κρύος
Προφορά: κρύος
-
ψυχρός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ψύχος
1) ψυχρός, αδιάφορος (για άνθρωπο) 2) φυσικός, πραγματικός (για πράγματα)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης