κρούντζ (το) [Ουσιαστικό, Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κρούντζ'
Προφορά: κρούντζ
-
1) χόρτο που σπάζει εύκολα 2) οι χόνδροι του κρέατος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
τραγανό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης