Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κρούντζ (το) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: κρούντζ' Προφορά: κρούντζ
  1. 1) χόρτο που σπάζει εύκολα 2) οι χόνδροι του κρέατος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    ξένη

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας, Τσίτης

  2. τραγανό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Σχόλιο:
    για καρπούς

    Πληθυντικός αριθμός:
    κρούτζια

Παρατηρήσεις - Σχόλια