Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κροσταλίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κροσταλίδ' Προφορά: κροσταλίδ
  1. το νερό των κεραμιδιών που παγώνει και σχηματίζει βέργες πάγου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Αναμασά τα σίδερα και τρώει τα κροσταλίδια.

  2. πάγος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά κρύσταλλον + καταλ' ίδιον

Παρατηρήσεις - Σχόλια