Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λημερνίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λημερνίζω Προφορά: λημερνίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

    Παράδειγμα:
    Τον Σιρήν άλας ’κι δίγω, τον Γαϊτά̤ν ’κι λημερνίζω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια