Προέλευση: από το αρχαίο επίθετο ἔμμονος = ο επιμένων σε κάτι
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παραδείγματα: 1) Έπεν ασό πεγάδ’ ολίγον νερόν με τα χͮίλα̤ ίμμανα. 2) Με τα ίμμονα. (με κανένα τρόπο, φράση)
Πληθυντικός: τα ίμμανα
Σχόλιο: εύχρηστο σε στο πληθυντικό.