Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ινανεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ινανεύω Προφορά: ινανεύω
  1. πιστεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Εγώ ούτσ̌(δεν) ινανεύω σε, μ’ εθαρρείς κομπώνεις με. (Ιδίωμα: Όφεως)

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    πιστεύω στα λεγόμενα κάποιου ως αληθή

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη inanmak

  3. καταλαβαίνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    πιστεύω για αληθινό

Παρατηρήσεις - Σχόλια