Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Εγώ ούτσ̌(δεν) ινανεύω σε, μ’ εθαρρείς κομπώνεις με. (Ιδίωμα: Όφεως)
Ερμηνεία: πιστεύω στα λεγόμενα κάποιου ως αληθή
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη inanmak
Επιπλέον Ερμηνεία: πιστεύω για αληθινό
Ενεστώτας: ινανεύω Παρατατικός: ινάνευα Μέλλοντας: θα ινανεύω Αόριστος: ινάνεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.