Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ιμάν (το) [Επιφώνημα, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ιμάν , 2. ιμάν' Προφορά: ιμάν
  1. έλεος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ιμάν' ’κ’ έχͮ’ σην καρδίαν.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ιμανλής, ήσα, -ήν (ο ελεήμων)

Παρατηρήσεις - Σχόλια