Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιλισεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ιλισ̌εύω Προφορά: ιλισεύω
  1. πειράζω, ενοχλώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Μ’ ιλισ̌εύ'ς το σ̌κυλίν.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ιλίσ̌εμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια