Ερμηνεία: αυτός που επιδεικνύεται με το ντύσιμο
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη ulvan
Αρσενικό: Ενικός: ιλβανέας Πληθυντικός: ιλβανά̤δες
Θηλυκό: Ενικός: ιλβανού , ιλβανα̤ρία Πληθυντικός: ιλβανέδες
Ουδέτερο: Ενικός: ιλβανά̤ρ'κον Πληθυντικός: ιλβανά̤ρ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.